Η κριτική γι’αυτό το δεν θα μπορούσε παρά να ξεκινήσει με αναφορές στο πρωτότυπο του Στιγκ Λάρσον. Μια ταινία με συνοχή, ευρηματικό σενάριο, ανατροπές, σεξουαλικές διαστροφές και οικονομικά σκάνδαλα που δημιουργούσε μια εξαιρετική ατμόσφαιρα και κρατούσε αμείωτο το ενδιαφέρον για τη συνέχεια. Το στοιχείο όμως που την κάνει μοναδική και ανεπανάληπτη τριλογία είναι η Σουηδία, η γλώσσα, η κουλτούρα, τα Volvo βρε αδερφε!!!
Όταν άκουσα ότι θα βγεί αυτό το makeover δυσανασχέτησα. Όταν όμως έμαθα ΄το θα το σκηνοθετούσε ο Φίντσερ σκέφτηκα να είμαι επιφυλακτικός και αντικειμενικός, καθότι ο τύπος μας έχει εκπλήξει ευχάριστα και δυσάρεστα. Το τρέιλερ με έκανε να αλλάξω άποψη και να μην δω την ταινία με αρνητική διάθεση.
Το ξεκίνημα της ταινίας με έριξε ψυχολογικά. Το τραγούδι ήταν μια σκέτη ηχορρύπανση και δεν έβρισκα και πολύ νόημα. Πιο πολύ μου θύμισε έναρξη κάποιας αμερικανικής σειράς από αυτές που βλέπουμε με το κιλό. Η συνέχεια ήταν ευτυχώς καλύτερη αλλά δε στάθηκε ικανή να αλλάξει την αρχική μου υπόθεση. Η ταινία είναι αχρείαστη. Η εκδοχή αυτή χαλάει το κλίμα της ταινίας. Ο Ντάνιελ Κρέγκ δίνει το προσωπικό του στοιχείο στον χαρακτήρα του Μπλόομκβιστ και τα καταφέρνει αρκετά καλά. Δε νομίζω ότι υστερεί σε κάτι σε σχέση με τον αντίστοιχο Σουηδό ηθοποιό. Η Λίζμπετ όμως πιστεύω ότι υστερούσε αρκετά σε χέση με την αντίστοιχη της σουηδικής εκδοχής. Πιο νωθρή, όχι τόσο δυναμική και όχι τόσο πειστική όσο απαιτούσε ο ρόλος. Και αυτά τα υψηλά κριτήρια με τα οποία κρίνω την Ρούνεϊ Μάρα μου τα δημιούργησε η αρχική ταινία. Νομίζω πως μόνο οι Στέλαν Σκάρσγκγιαρντ ( Μάρτιν Βάνιερ) και Κρίστοφερ Πλάμερ (Χένριχ Βάνιερ) ανταποκρίθηκαν εξαιρετικά στο ρόλο τους. Ο Πλάμερ κατ’εμέ ήταν καλύτερος από τον Σβεν Μπερτιλ-Τάουερ του σουηδικού.
Αναπόφευκτα, η ταινία θα συγκριθεί με την αντίστοιχη σουηδική και γνώμονάς της θα είναι αυτή. Και η πλάστιγκα πανηγυρικά γέρνει στην εκδοχή του Λάρσεν. Το σενάριο είναι πιο δεμένο και συναρπαστικό και ενισχύεται από την υπέροχη σουηδική γλώσσα και τα αντίστοιχα τοπία. Ο χαρακτήρας της Λίζμπετ ενσαρκώνεται πιο ζωντανά, έχει ψυχή και σε τρομάζει με τη γλαφυρότητα και την αληθοφάνεια της υποκριτικής. Και το βασικότερο όλων. Η σουηδική εκδοχή είναι πολύ πιο σκληρή, ωμή και κρατάει το ενδιαφέρον αμείωτο ακόμη και στις τελευταίες σκηνές. Με λίγα λόγια, ο Φίντσερ έχασε βαθμούς δημιουργώντας μια αχρείαστη ταινία. Νομίζω τα επίθετο ‘αχρείαστη’ την χαρακτηρίζει απόλυτα.